
Eμεινα μονάχη
Καταμεσής σένα άγνωστο τοπίο
ωστόσο δικό μου
Περιπλανιέμαι στα άδεια δωμάτια
Αφουγκράζομαι φωνές και γέλια ανθρώπων
Κάποτε..
τώρα μόνο πρόσωπα που ρέουν απ τις ρωγμές των τοίχων
Εχω ζήσει λέω εδώ..
μα δε θυμάμαι..
Πότε? Σε ποιόν καιρό?
Μια αίσθηση μόνο από χαμένο παράδεισο
Και φυσάει τώρα και κρύωνω..
Τα αγριόχορτα έξω στον κήπο με κοιτάζουν κι αυτά παράξενα..
Φοβάμαι τους λέω..
Τρέχω να κρυφτώ..
Ξαπλώνω.. κοιμάμαι χωρίς να βγάλω τα ρούχα.. τις παντόφλες ..
Είναι κι αυτά μια παρηγοριά..
Στην προσπάθειά μου να ξεφύγω κοιμάμαι πολύ..
Μα και ο ύπνος μου πάλιωσε κιαυτός και γέμισε ρωγμές και ξεφτίδια,
σαν ρούχο παλιό, τριμμένο..
μπαίνει τωρα φως απ τις ρωγμές και κάνει διάφανα τα όνειρά μου..
Φεγγίζω ολόκληρη και αυτό με κάνει να φοβάμαι ακόμα πιο πολύ..
Δεν μπορώ πια ούτε στον ύπνο μου να κρυφτώ..
Λέω, ήρθε η ώρα ν αρχίσω να μαζεύω τα πράγματά μου..
αποσκευές άνευ αξίας..
Μια οικογενειακή φωτογραφία..
το βιβλίο με τις προσευχές..
τους βίους των αγίων..
Εκείνο το ποίημα που άφησα μισοτελειωμένο γιατί δεν έβρισκα τις κατάλληλες λέξεις…
Ετοιμη είμαι θαρρώ «συσκευασμένη» για τη μεταφορά..
Στη γιαγιά μου... και σε όλους που βαδίζουν προς το τέρμα της διαδρομής..