Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερωμένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερωμένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

1st May



Kάποτε κάποιοι απο μας ονειρεύονταν με πάθος να αλλάξουν τον κόσμο
Κάποτε πιστεύαμε πως όλα θα πάνε καλά.. πως θάρθουν μέρες καλύτερες..
και ελπίζαμε... και ονειρευόμαστε.. και χαμογελούσαμε...
Πώς τα καταφέραμε έτσι.... Αργά και σταθερά στερήσαμε την ελπίδα
στον εαυτό μας... στα παιδιά μας... στον κόσμο μας...
πάνω στην προσπάθειά μας να κυριαρχήσουμε... σαν μονάδες... γίναμε έρμαια...
σε ένα ποτάμι που πλέον δεν ορίζουμε...
περιπλανόμαστε μεταίωροι χωρίς ελπίδα,
 χωρις την προσμονή για κάτι καλύτερο
 και πλέον ανταλλάσσουμε ευχές με παγωμένα χαμόγελα,
 περισσότερο απο συνήθεια και σχεδόν καθόλου απο πεποίθηση...
Με την ευχή να ξαναβρούμε τη χαμένη μας ελπίδα...
 να ξαναδώσουμε αξία στο "μαζί"...
 για να γίνουμε εμείς η ελπίδα...
να ευωδιάσει ο κόσμος και η ψυχή μας...


Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

"Ο Υπνος των Αγαλμάτων"




"Ο Kώστας ήξερε πως σε λίγη ώρα θα βρισκόταν κοντά στους φίλους του
και στην ασφάλεια του σπιτιού της Ολγας.
Γέλασε ειρωνικά στη λέξη "ασφάλεια".
Η λέξη φίλος ήταν τώρα κάτι πέρα και πάνω από την απλή "ασφάλεια"
Κοντά στους φίλους του.
Ναι αυτό ήταν αρκετό για την ώρα, για τις μέρες αυτές που η ύπαρξη έστω και ενός δικού σου ανθρώπου
αποτελούσε τροφή, ρούχο κι ελπίδα."

Ο "Υπνος των αγαλμάτων" του Νίκου Διακογιάννη μόνο ύπνο δεν σου προκαλεί..
Νίκο θέλω να σου δώσω συγχαρητήρια για την ευρηματικότητα και την τόλμη σου να γράψεις κάτι τόσο διαφορετικό , ένα μυθιστόρημα θρίλερ όπου με έντεχνο τρόπο πλέκουν φαντασία και πραγματικότητα μαζί, που μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον
μέχρι την τελευταία σελίδα, 
που με προβλημάτισε, που με έκανε να ψάξω, να σκεφτώ, να ταυτιστώ με τους δικούς σου προβληματισμούς και ανησυχίες και εντέλει να με πάει παραπέρα..

Τι παραπάνω μπορεί να προσδοκεί κανείς από ένα βιβλίο???

Καλοτάξιδο να είναι!!! 
Κι εσύ να συνεχίζεις να τιμάς την ακριτική νησιωτική μας Ελλάδα..


Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Χωρίς τίποτα...


Εικόνα 001.jpg

Η γιαγιά μου..
Ηρθε σε αυτόν τον κόσμο χωρίς τίποτα
Και έφυγε νωρίς.. χωρίς τίποτα, παρά μόνο με αγάπη.
Όλα τ'άλλα ήταν μόνο δανεικά...
Οπως και τούτα εδώ τα χτενάκια από φίλντισι που φορούσε στα  μαλλιά της..
στα χέρια μου τώρα.. μοναδικό απομεινάρι της ζωής της..


Εικόνα 002.jpg

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

H γιαγιά μου.. ο παππούς μου..


Γιαγιά..παπούς..  η γιαγιά μου.. ο παππούς μου.. έχουν μια γλύκα αυτές οι λέξεις και μόνο που τις ακούς και μόνο που τις προφέρεις.. πλημμυρίζεις απο μια γλυκιά αίσθηση..  όπως αυτή που έχουν τα παραμυθια.. οι καραμέλες..  τα ζαχαρωτά..
ο παππούς μου ζούσε μόνος του.. κοντά μας..
Πέθανε η γιαγια λιγο μετα που γεννήθηκα.. ίσα που πρόλαβε να με κρατήσει στην αγκαλιά της.. εκείνη  με γνώρισε εγώ ποτέ.. μόνο σε φωτογραφίες την εχω δει.. σε μια μάλιστα με κρατάει αγκαλιά νεογέννητη εγώ και με κοιταει με ένα βλέμμα γεμάτο θέρμη και παράπονο.. Ηταν άρρωστη προτού γεννηθώ με  καρκίνο στο στήθος.. χειρουργήθηκε μα έκανε μετάσταση το "κακό" και κρατήθηκε λένε με τα δόντια απο τη ζωή για να με δεί προτού πεθάνει..
"Αγία" την έλεγαν στη γειτονιά για την καλοσύνη και την προσφορά της σε όλους που είχαν ανάγκη.. 
Σχολείο δεν πήγε μα έμαθε μόνη της να γράφει και να διαβάζει.. όλες οι γυναίκες της γειτονιάς, της πήγαιναν κάθε τόσο τα γράμματα απο τους ναυτικούς και τους ξενιτεμένους και τους τα διάβαζε.. μετά της υπαγόρευαν τις απαντήσεις...
Είχε και εναν μεγάλο χάρτη του κόσμου εκεί στο σαλόνι ..(τον πρόλαβα κιεγώ..τον αγάπησα κιεγώ...σαν να είχε τη μυρωδιά της γιαγιάς αυτός ο χάρτης...) και είχε μάθει λένε απέξω όλα τα λιμάνια και τις θάλασσες του κόσμου.. αρκει να της έδειχνες με το δάχτυλο το λιμάνι και αμέσως σου έλεγε το όνομά του...6020285-md.jpg
Τον παππού τον έζησα... καθημερινά μέχρι τα 14 μου ..
τον θυμάμαι να παίζει και να τραγουδάει με το μαντολίνο του... να σταματάει αν δεν τον συνόδευα κιεγώ.. θυμάμαι τις ιστορίες που μου έλεγε τα βράδυα για τους Τούρκους.. για τους Γερμανούς.. για τα ταξιδια του.. όλο τον κόσμο είχε γυρίσει ο παππούς προτού ακόμα γεννηθώ..
θυμάμαι τη δραχμούλα που μου άφηνε κάθε πρωί στο τραπέζι για να παρω κουλουράκι στο σχολείο..
που έτρεχα να τον βρω κάθε που μάλωνα με τη μητέρα μου.. αλλά ποτέ δεν του το έλεγα..έσφιγγα τα δόντια μου να μη κυλήσει το δάκρυ και το δει.. μου έφτανε και μόνο που τον έβρισκα πάντα εκεί να με περιμένει και να χαίρεται..
Θυμάμαι συχνά τις Κυριακές που πηγαίναμε οι δυό μας με τα πόδια στο βουνό σε ένα χωράφι που είχε .. ήθελε πάντα να είμαστε εκει την ώρα της Ανατολής..
θυμάμαι ολοζώντανα μπροστά μου εκείνο το στενό μονοπατάκι που ανέβαινε στο βουνό.. σε ένα του σημείο είχε βάτα που δεν μπορουσα να δρασκελίσω και πάντα πέρναγε εκείνος μπροστά για να με σηκώσει..
θυμάμαι τον τεράστιο στα μάτια μου τότε πάγκο με τα εργαλεία του.. τα πράγματα που έφτιαχνε με τα χέρια του... ΄
 έπαιρνε διάφορα φρούτα και μου έφτιαχνε  καλαθάκια ..σπιτάκια.. ζωάκια..
μα πιο πολυ θυμάμαι τα χάρτινα καραβάκια..εκείνος τα έφτιαχνε κιεγώ τα ζωγράφιζα... μετά γέμιζα λεκάνες με νερό και τα έβαζα μέσα μα μετά απο λίγο μούσκευαν και φώναζα.. φτιάξε μου άλλο παππού..
Τα καραβάκια μου έλεγε δε ζουν στο γλυκό νερό ..ούτε μεσα σε λεκάνες... θέλουν ανοιχτες θάλασσες... θέλουν αγέρα..
μια μέρα μου είπε..
-Να σου φτιάξω και έναν ήλιο ??5416358-md.jpg
-Μα πως θα φτιάξεις τον ήλιο παππού??
πήγε στην κουζίνα και γύρισε με μια φέτα πορτοκαλιου...
Την έβαλε δίπλα στη βαρκούλα που μου είχε φτιάξει πριν λίγο και μου είπε..
-Να τώρα έχει και ήλιο το καραβάκι σου.. τώρα δεν θα φοβάται όταν νυχτώνει...
Λιμάνια μόνο δε μου ζωγράφισε ποτέ..
Ισως γιαυτό όταν αργότερα μεγάλωσα και τα κύμματα κάποιες φορές με πέταξαν μεσα σε λιμάνια..δεν ήξερα..να δέσω κάβους να πλευρίσω το καράβι μου...να χειριστώ την άγκυρά μου
Φοβόμουν κιέφευγα...
Οταν έφυγε ο παππούς..εφυγε μαζί του και ένα κομμάτι της ψυχής μου...


5770033-lg.jpg

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Χωρίς επιστροφή

Πώς έρχονται έτσι και χάνονται χωρίς επιστροφή οι ζωές των ανθρωπων στα φτερά του χρόνου..
Τα σπίτια τους τωρα μοιάζουν με μνηματα αφρόντιστα



Το χωριό σαν σκεπασμένο από ιστό αράχνης
Περπατώ στα χορταριασμένα δρομάκια του χωριού και ακούω τις φωνές των ανθρώπων, τα μουγκανητά των ζώων τους στεναγμούς των ερωτευμένων, το κλάμα των μωρών, τις χαρούμενες φωνές των παιδιών


Όλα τώρα βουλιάζουν σε μια εκκωφαντική σιωπή
Πώς έρχονται και περνούν όλα σαν μια λάμψη αστραπής..
Σκέφτομαι για πολλοστή φορά με πόσο λάθος τρόπο ζούμε τη ζωή μας.. τον συνεχή αγώνα μας για τη συσσώρευση αγαθών.. Πόσο έχουμε πλανευτεί νομίζοντας ότι εκεί κρύβεται η ευτυχία..


Το εγκαταλελειμμένο χωριό στις εικόνες είναι η Παλιά Ποταμιά στη Βόρεια Χίο.
Το όνομα αυτό το δώσανε στο χωριό γιατί χτίστηκε ανάμεσα σε δύο χείμαρρους. Τον Καρυδάτο και τον Απέσω Ποταμό. Οι πρώτοι κάτοικοι πρόλαβαν κι έχτισαν στο καλό μέρος, που το έβλεπε ο ήλιος.


Οι κατοπινοί, χτίσανε σε ανήλια πλαγιά. Ανθυγιεινός τόπος κι απομονωμένος, 1500 μ. από τον κεντρικό δρόμο. Ήλθαν αρρώστιες, άρχισαν να ψάχνονται τι συμβαίνει. «Θέλετε ήλιο», τους είπαν οι αρμόδιοι. Ήλθε και ο σεισμός του 1949 με ελαφρές ζημιές, που τους έκανε να πάρουν την απόφαση της μετακόμισης.
Ετσι Το 1960 μπήκε ο θεμέλιος λίθος στο νέο χωριό που το ονόμασαν Νέα Ποταμιά




Στην παλιά Ποταμιά ζούσαν 70 οικογένειες, κοντά 500 άτομα.
Παλιά, δεν υπήρχε σχολείο. Όλοι θυμούνται ακόμη το σπίτι του Κουτσουβάσιλου, που πήγαιναν για τα μαθήματα.
Το πρώτο σχολείο στην παλιά Ποταμιά χτίστηκε το 1912 με προσωπική εργασία των κατοίκων. «Όμορφο σαν την Ακρόπολη είναι ακόμη. Στέκει εκεί εγκαταλελειμμένο», λέγαν όλοι. Τότε είχε μέχρι κι 80 μαθητές.



Οι Ποταμούσοι λένε ότι από εκεί έχουν βγει πολλοί δάσκαλοι, ένας γιατρός, αλλά κυρίως ένας πυρηνικός επιστήμονας που μένει στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ και εργάζεται στη ΝΑΣΑ.
Στην τελευταία μου επίσκεψη στο χωριό είδα με έκπληξη ότι το παλιό σχολείο επισκευάστηκε.. πιθανότατα το μετέτρεψαν σε αίθουσα που υποδέχεται τον κόσμο στο πανηγύρι που γίνεται κάθε χρόνο εκεί στην εκκλησία του Αγ. Αντώνη που επίσης έχει επισκευαστεί..



Προτίμησα να μην το φωτογραφίσω..
Να το θυμάμαι όπως το αντίκρυσα στην πρώτη μου επίσκεψη εκεί πριν λίγα χρόνια..

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

ένα μικρό δωράκι...



(του το χρωστούσα)


με αγάπη


για να το συντροφεύει


στο μεγάλο ταξίδι του


να του θυμίζει την Ανοιξη που παραμονεύει
στο κατόπι του χειμώνα


το καλοκαίρι που θα ρθεί..


τη βίγλα του




τη θάλασσά του


 το θαλασσόβραχο που απλώνει τα όνειρά του,


το υπέροχο καστροχωριό του







την αυλή με τις γλαστρούλες και το γιασεμί του..


Είναι εκεί..είναι γεμάτα προσμονή..

και είναι όμορφο να έχεις μια γωνιά να σε προσμένει...

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Η τέλεια ταχύτητα..




"Θ αρχίσεις να πλησιάζεις τον Παράδεισο Ιωνάθαν,
τη στιγμή που θα αγγίξεις την τέλεια ταχύτητα


              


                

Και τέλεια ταχύτητα δεν ειναι να πετάς με χίλια μίλια την ώρα
ή με ένα εκατομμύριο ή με την ταχύτητα του φωτός




Κιαυτό γιατί κάθε αριΘμός ειναι απο μόνος του ένα όριο


ενώ η τελειότητα δεν έχει όρια

Τέλεια ταχύτητα σημαίνει Να εισαι εκεί..



Είναι παράξενο. Οι γλαροι που περιφρονούν την τελειότητα για χάρη του ταξιδιού,
πηγαίνουν στο πουθενά με καθυστέρηση



Οσοι βάζουν σε δεύτερη μοίρα το ταξίδι για χάρη της τελειότητας πηγαίνουν παντού
μέσα σε μια στιγμή"

Από το Γλάρο Ιωνάθαν του R. BACH

Υ.Γ. Την ανάρτηση αφιερώνω στην αγαπημένη μου ξερολιθούλα  που λατρεύει τους γλάρους, που εδώ και καιρό πονάει αλλά πάραυτα είναι εκεί συνεχίζει να χαμογελάει και να ονειρεύεται.. Της ευχομαι ολόψυχα περαστικά..και

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ!


Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

στην κατηφόρα...





Καιρό τώρα σε παρακολουθώ
Μια ρέουσα κραυγήπου γοργά κατηφορίζει..
Φεγγίζει η ψυχή σου....
πληγή ορθάνοιχτη που στάζει
Άδεια κοχύλια τα μάτια σου
και η νύχτα βρήκε τόπο να φωλιάσει
Άδειο και το κορμί σου.. παγωμένο..
σαν σπίτι ερειπωμένο που μέσα του πια κατοικούν
άνεμοι και άγρια πουλιά
Αμφίβολα ήταν πάντοτε και τα όνειρά σου όπως οι σχηματισμοί που
διαγράφουν τα σύννεφα... κι έπειτα χάνονται.. και ο νους σου θολωμένος ψάχνει
στις γειτονιές του απείρου να τα βρεί..
O κόσμος γύρω σου που με μάταια υλικά είχες χτίσει
καταρρέει...
Καταρρέεις κιεσύ
και δεν θέλεις..δεν μπορείς πια να νιωσεις την αιτία...




Νικημένη απ τον τέλειο πόνο σου
Υψώνεις τα χέρια στον ουρανό
Δως μου θεέ μου το χέρι σου
Μέσα στη γύμνια μου κρυώνω
Κι έξω στους δρόμους φυσάει και βρέχει μόνο μοναξιά..



Ανθρωποι αργοσβήνουν δίπλα μας με ψυχές σακατεμένες
επειδή κανείς δεν βρέθηκε όταν έπρεπε να τους μπολιάσει με αγάπη ...

Ας μπολιάζουμε με αγάπη τα παιδιά μας..
Εκείνα είναι που κρατούν στα χέρια τους την τύχη του κόσμου μας...




Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Ειδα πολλά μα ακόμα...


Είδαν κάμποσα τα μάτια μου....
ταξίδεψα σε άλλες ηπείρους..
3102641-md.jpg

είδα φυλές ανθρώπων άλλες..
είδα ανθρώπους να περπατούν δίπλα σε
άλλους ανθρώπους και να κινδυνεύουν
 είδα άλλους να περπατούν δίπλα σε θηρία και να είναι ασφαλείς..
μπερδεμένη η μυρωδιά των ανθρώπων και των ζώων σε κείνα τα μέρη..
μπερδεμένη και συμφιλιωμένη..
κοιμήθηκα εκεί κοντα τους..  κινδύνεψα..
μα το πρωί αντίκρυσα έκθαμβη τον ήλιο τους να ανατέλει..
εκεί θαρρεις πως  ο ήλιος  βγαίνει  απο τα σπλαχνα της γης...
και γίνεται κυρίαρχος ..
Λες και το νιώθει..πως εκεί πιο μεγάλη ανάγκη τον έχουν ..
είδα γυναίκες χωρίς πρόσωπο..κρυμμένες πίσω απο τη μπούρκα
να ζούν να αντέχουν..
είδα ανθρώπους μεταμφιεσμένους.. απο δαύτους είδα πολλούς...
σε όλη τη γή..
ίδιο το χρώμα τους..
και οι κορμοστασιά τους..
και αναρωτήθηκα...
μπορεί η μεταμφίεση να σημαίνει ανωνυμία..
ή μήπως καθαυτή η μεταμφίεση έχει την δική της ταυτότητα..
περπάτησα σε δρόμους γεμάτους με σκελετωμένα παιδιά που κρέμονταν σαν ιπτάμενες τύψεις απο τα ρούχα των περαστικών  και απο τα δικά μου.. μέτρησα δέκα.. παιδικές παλάμες.. βρώμικες με τα δάχτυλα να τείνουν σαν άξονες σαν βέλη.. να διαπερνουν τα ρούχα και τις καλοζωισμένες σάρκες  να φτάνουν στην ψυχή για να καρφιτσώσουν τα ραβασάκια της απελπισίας τους... αυτή  η εικόνα με κείνα τα παιδιά με το πέρασμα του χρόνου.. αντί να ξεθωριάζει.. κάθε που τη φέρνω στη μνήμη μου τα χρώματά της αν και ασπρο μαύρο μόνο.. γίνονται πιο έντονα.. πιο λευκό το λευκό και το μαύρο πιο μαύρο.. πιο σκοτεινό..
και η ψυχή μου.. ανέβηκε βουνά.. πέρασε απο  λίμνες.. πάλεψε με κύμματα..
περπάτησε σε δύσβατα μονοπάτια..
μάτωσε στα βάτα.. στα ξέφωτα ξαπόσταινε έγλειφε τις πληγές της και τις γιάτρευε..
 μα ακόμα.. συχνά.. ξυπνάω το πρωί
καλημερίζω τον κόσμο και νομίζω πως δεν τον έχω ξαναδει.....
πως τίποτα δε μεσολάβησε..
πως μόλις ξύπνησα..
πως μόλις γεννήθηκα..
.
.
καλημέρα..

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

...




Ενα άλογο είναι τόσο αθώο όσο ένα παιδί


Kαι...
Έχει αποδειχθεί με μελέτες ότι και μόνο η φυσική παρουσία του αλόγου είναι αρκετή για να χαμηλώσει το επίπεδο του στρες, να ηρεμήσει το νευρικό μας σύστημα και να μας συγκεντρώσει στο παρόν.


Αυτό μπορώ να το επιβεβαιώσω και απο δική μου προσωπική εμπειρία.. ισως να ειναι αυτή η αρμονική διάπλαση του σώματος του, η σαγήνη που εκπέμπει, o καλπασμός του, η περηφάνεια του, η αίσθηση ελευθερίας που μεταδίδει...


Πραγματικός αποδέκτης αισθημάτων, αντιστέκεται και αντιδρά στην αδικία και στην κακομεταχείρηση και σε καθοδηγεί να το κατακτήσεις με τους δικούς του όρους.. με σταθερότητα και συνέπεια, με τρυφερότητα και μια γλυκια κουβέντα , με έναν ψίθυρο, μία λέξη με καθησυχαστική χροιά, χωρίς απότομες κινήσεις και φωνές..


Ωστε τελικά να είναι αυτά που διδάσκουν και μαθαίνουν στον άνθρωπο την εύγένεια, τη χάρη, την αρχοντιά




Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Ενας κύκλος που έκλεισε...


DSCN0014.JPG


.Χίος, Κατοχή του  ΄41.

"Η μάνα μου μ έστειλε στους Τρείς Μύλους στο Βροντάδο για ν αλέσω. Έπαιρνα τα σακουλάκια, ένα καλαμπόκι, ένα σιτάρι, τρείς τέσσερις οκάδες το ένα, τέσσερις οκάδες το άλλο κι ένα πορτοκάλι ή παξιμάδι αν βρισκότανε τότες.

Ητανε το λοιπόν οι μύλοι στη θάλασσα και πήγαινε ο κόσμος ν αλέσει αυτό το λίγο που βρισκόταν στον καθένα, καλαμπόκι ή σιτάρι και περίμενε σειρά. Εγώ πήγαινα στο μεσαίο - ο ένας στην άκρη άκρη στη θάλασσα ήτανε γκρεμισμένος.

Τα πανιά του μύλου ήταν πολύ παλιά.
Περιμέναμε στο μεταξύ να βάλει αέρα για να αλέσουμε το σιτάρι ή το καλαμπόκι και πολλές φορές νύχτωνε, παρόλο που πήγαινα απ το πρωί να περιμένω. Αλλά δεν έφευγα, γιατί είχα το φόβο της μητέρας μου που ήξερα ότι επερίμενε πώς και πώς να πάω στο σπίτι το αλεύρι για να ζυμώσει. «Άμα δεν αλέσεις το σιτάρι, να μην έρθεις σπίτι!» μού λεγε ..

Τέλος πάντων.. Και μου δίνανε ένα πορτοκαλάκι και περνούσα όλη την ημέρα.
Γιατί εμείς μόνο πορτοκάλια και μαντερίνια είχαμε μπόλικα, επειδή τότε με τους Γερμανούς, δεν μπορούσαμε να τα στείλομε έξω και επέφτανε  κάτω και τα τρωγε η  γη.
Εβοηθούσαμε και τον κόσμο. Ερχότανε ο «Συνοικισμός» (Μικρασιάτες πρόσφυγες) της Χίου και εζητούσανε από τον πατέρα ή χόρτα ή κάτι και κείνος τους έλεγε. Πάρτε μαναταρίνια, πάρτε ό,τι θέλετε!.. γιατί ο κόσμος πεινούσε.
 n657182519_1004177_6841.jpg
Στο Μύλο λοιπόν, ήτανε και άλλοι άνθρωποι που περιμένανε σειρά κι ανεβαίνανε τα σκαλάκια και πηγαίναμε πάνω, ψηλά- ο μύλος είχε δυό πατώματα και το κάτω κάτω ήτανε άδειο. Πρόσεχα να είναι οι μυλόπετρες καθαρές, να βάλω κι εγώ τα δικά μου ν αλεστούνε, διότι ο καθένας, όταν άνοιγε το τσουβαλάκι του, έπρεπε να περιμένει να μην πέφτει πια άλλο αλεύρι στο καναλάκι από τον προηγούμενο. Πρόσεχα κιαυτό που μού λεγε η μάνα μου. «Θα βάλεις πρώτα το σιτάρι, γιατί οι μυλόπετρες ΄έχουν πάντα κολλημένο πάνω τους αλεύρι κι άμα ρίξεις ύστερα το καλαμπόκι, παίρνει όλο το αλεύρι του σιταριού που έχει πιο πολύ αξία και πέφτει στο δικό σου τσουβαλάκι. Κατάλαβες?» Επερίμενα λοιπόν κι ύστερα έπαιρνα το αλέυρι και πήγαινα στο σπίτι μου και μούλεγε πάντα η μάνα μου. «Έχε την ευχή μου κόρη μου!» Οι άλλες αδερφούλες μου κάτι κάνανε κι αυτές, η μια στο περιβόλι, η μια από δω η άλλη από κεί.
DSC00856.jpg

Πάντοτε στο μύλο ήταν ένας γέρος, μ ένα κασκετάκι. Δεν θυμούμαι τι τον ελέγανε, γιατί ήμουν μικρή, δώδεκα χρονώ. Φαινότανε λιγάκι γερασμένος. Ητανε καλός ανθρωπάκος και πάντοτε μού λεγε «Παιδί μου, μη στεναχωριέσαι, θ αλέσεις. Θα τα αλέσεις κι εσύ. Θα πάρεις κι εσύ το αλεύρι στο σπίτι, δε θα σ αφήσω έτσι..
Καθόμουνα λοιπόν.. και κοίταζα τις μυλόπετρες να γυρίζουν και δεν άφηνα από δίπλα μου τα τσουβαλάκια, γιατί υπήρχε μεγάλη πείνα, κι όταν έφευγες δυό λεπτά, κάποιος θα σου τά παιρνε . Σαν είμαστε δυο τρείς κι εγνώριζε ο ένας τον άλλονε, αφήναμε τα τσουβαλάκια μας και για να περάσει η ώρα, εκαθίζαμε έξω στη θάλασσα. Καθίζαμε λίγο εκεί στα βοτσαλάκια, όταν ήταν κι άλλες της ηλικίας μου και επιάναμε καβουράκια, πετούσαμε πετρούλες στη θάλασσα, ελέγαμε αστεία για να περνά η ώρα και πηγαίναμε πάλι απάνω. Στα τσουβαλάκια μας είχαμε γράψει και όνομα. Τα δικά μου είχανε το «Φ».
myloi4.JPG

Τους μύλους τους θυμάμαι σαν να ήταν χτες που πήγαινα. Του μεσαίου μύλου τα πανιά ήτανε πιο καλά, δεν υπήρχε φόβος να σταματήσει, αν και ήταν κιαυτουνού δουλεμένα πολύ. Απέξω ήταν καθαρή πέτρα, χωρίς σοβά και πάνω πάνω είχε δυό παραθυράκια που βλέπαμε απέξω. Πάνω στις πέτρες του μύλου ακουμπόυσε η στρογγύλη και η σκέπη.
Ο βοηθός του μυλωνά, ένα παιδί, σκούπιζε τη μυλόπετρα, γιατί κάνανε κάτι και μπορούσανε να τη σηκώνουνε λίγο. Καθόμουνα εκεί και περίμενα.. πολλές φορές έκλαιγα, αλλά έκανα κουράγιο, γιατί φοβόμουν να πάω σπίτι χωρίς το αλεύρι. Κι ο άνθρωπος ποτέ δε με γέλασε. Αλλά ήμουνα και πολύ καπάτσα σε τέτοια.

MyMylos270.jpg

Ο γέρος πολλές φορές τραγουδούσε

«Αμαν αμάν μυλωνά, κάνε μου τη ΄χαρη
Να μαλέσεις το σιτάρι..»

Πολλές φορές έλεγε και για τον αέρα, γιατί επαρακαλούσαμε να φυσήξει αέρας να γυρίσουν τα πανιά.
«Φύσηξε αέρα, φύσηξε νοτιά
Να γυρίσει ο μύλος μας να κάνομε ψωμιά»

Ελεγε κι αστεία κι επέιραζε τον κόσμο για να περάσει η ώρα μας - είχε όμως, πολλοί την έχουνε εδώ στη Χίο, αυτή τη χάρη. Μιλούσε συνεχώς, έτσι για πλάκα για να κάνει τον κόσμο να μη φωνάζει, να γελά ο κόσμος, να μη μαλώνουνε.
Ημουνα πάντα ευχαριστημένη απ αυτόν τον άνθρωπο, έπαιρνα το αλεύρι και το πήγαινα στη μαμά.»


Από προφορική αφήγηση της Δέσποινας Ζ (έτος γέννησης 1929)

Πηγές:
Μια εξαιρετική εργασία της Ομάδας περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Γυμν. Βροντάδου με τίτλο "O κύκλος που έκλεισε»
Καθηγήτρια κα Στέλλα Τσιροπινά..


Οι Ανεμόμυλοι είναι από τις πρώτες βιομηχανικές εγκαταστάσεις στον ελλαδικό χώρο. Υπάρχουν ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Είναι κυλινδρικά πέτρινα κτίσματα, με δύο πατώματα. Στο ανώι λειτουργούσε η μυλόπετρα, και στο κατώι στοιβαζόταν το σιτάρι. Ένας μύλος μπορούσε να αλέσει πολλές δεκάδες κιλά σιτηρών την ώρα, ανάλογα με την ένταση του ανέμου. Εξαίρεση αποτελούσαν οι ανεμόμυλοι στα Ταμπάκικα της Χίου, χαρακτηρισμένοι σήμερα ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία, που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κοντινών εργοστασίων, αλέθοντας τα υλικά για την επεξεργασία των 
δερμάτων

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

faces


Θέλω να ζωγραφίσω ένα πρόσωπο...

Οχι ένα πρόσωπο με την αβάσταχτη και ψυχρή του τελειότητα..


Ούτε ένα πρόσωπο απλώς ρεαλιστικό που αρέσκεται να καμαρώνει για την


αυθεντικότητά του..


Θέλω να ζωγραφίσω ένα πρόσωπο που να είναι


Ολα τα πρόσωπά Σου...


Και έπειτα να βρω τη δύναμη να τα αγαπήσω..


Ολα..


Κυριακή 17 Μαΐου 2009

και έμεινα μονάχη..




Eμεινα μονάχη

Καταμεσής σένα άγνωστο τοπίο

ωστόσο δικό μου

Περιπλανιέμαι στα άδεια δωμάτια

Αφουγκράζομαι φωνές και γέλια ανθρώπων

Κάποτε..

τώρα μόνο πρόσωπα που ρέουν απ τις ρωγμές των τοίχων

Εχω ζήσει λέω εδώ..

μα δε θυμάμαι..

Πότε? Σε ποιόν καιρό?

Μια αίσθηση μόνο από χαμένο παράδεισο

Και φυσάει τώρα και κρύωνω..

Τα αγριόχορτα έξω στον κήπο με κοιτάζουν κι αυτά παράξενα..

Φοβάμαι τους λέω..
Τρέχω να κρυφτώ..

Ξαπλώνω.. κοιμάμαι χωρίς να βγάλω τα ρούχα.. τις παντόφλες ..

Είναι κι αυτά μια παρηγοριά..

Στην προσπάθειά μου να ξεφύγω κοιμάμαι πολύ..

Μα και ο ύπνος μου πάλιωσε κιαυτός και γέμισε ρωγμές και ξεφτίδια,

σαν ρούχο παλιό, τριμμένο..

μπαίνει τωρα φως απ τις ρωγμές και κάνει διάφανα τα όνειρά μου..

Φεγγίζω ολόκληρη και αυτό με κάνει να φοβάμαι ακόμα πιο πολύ..

Δεν μπορώ πια ούτε στον ύπνο μου να κρυφτώ..

Λέω, ήρθε η ώρα ν αρχίσω να μαζεύω τα πράγματά μου..

αποσκευές άνευ αξίας..

Μια οικογενειακή φωτογραφία..

το βιβλίο με τις προσευχές..
τους βίους των αγίων..

Εκείνο το ποίημα που άφησα μισοτελειωμένο γιατί δεν έβρισκα τις κατάλληλες λέξεις…

Ετοιμη είμαι θαρρώ «συσκευασμένη» για τη μεταφορά..



Στη γιαγιά μου... και σε όλους που βαδίζουν προς το τέρμα της διαδρομής..